Νεκρομαντείο

To Νεκυο?αντείο του Αχέροντα

Το  Νεκυο?αντείο  του  Αχέροντα,  το  πιο  φη?ισ?ένο Νεκρο?αντείο  του  αρχαίου ελληνικού  κόσ?ου,  βρίσκεται  στη  δυτική  Ήπειρο,  στο  νο?ό  Πρέβεζας.  Στην αρχαιότητα  το  ιερό  υπαγόταν  στη  Θεσπρωτία,  όπου  κατοικούσαν  οι  Θε- σπρωτοί,  ένα  από  τα  πρώτα  ελληνικά  φύλα  που  εγκαταστάθηκαν  στην Ήπειρο, γύρω στο 2000 π.Χ.
Από  το 1958  έως  το 1964  και  από  το 1975  έως  το 1977,  ο  καθηγητής  Σ. ?άκαρης,  πάντα  υπό  την  αιγίδα  της  εν  Αθήναις Αρχαιολογικής     Εταιρείας,      βεβαίωσε     ?ε     τις ανασκαφές  του  τη  θέση  του  Νεκρο?αντείου  κάτω από  το  καθολικό  της  ?ονής  του  Αγίου  Ιωάννου  του Προδρό?ου του 18ου αι., στο χωριό Μεσοπότα?ο.
Το   Ιερό   εντοπίστηκε   σε   προεξοχή   βράχου   της ?εγάλης  βαλτώδους  πεδιάδας  της  πρώην  Αχερουσίας  λί?νης  και  των ποτα?ών  του  Άδη  Κωκυτού (σή?ερα  Βουβού),  Πυριφλεγέθοντα (γνωστού  ως Μαύρου) και Αχέροντα.
Σε απόσταση 500 ?. περίπου βόρεια από το Νεκυο?αντείο είναι η   ακρόπολη   της   Εφύρας.   Τα σωζό?ενα τείχη της περιβάλλουν την ασβεστολιθική ράχη Ξυλοκάστρα  και  έχουν  περί?ετρο 1120 ?.  ?εν  υπάρχει α?φιβολία  ότι  εδώ  βρισκόταν  η  ο?ηρική  Εφύρη,  όπου τοποθετούνταν  από  τους  αρχαίους  η  είσοδος  στον  Άδη και το περίφη?ο Νεκυο?αντείο, το οποίο σύ?φωνα ?ε την παράδοση (Θουκ. 1.46.4) ήταν στην Ελαιάτιδα κοντά στον Αχέροντα. Η  ?ορφολογία  της  περιοχής ανταποκρίνεται  πλήρως  στις  περιγραφές  της αρχαίας φιλολογικής παράδοσης, όπως ?ας διασώθηκαν από τον Ό?ηρο, τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, τον Στράβωνα, τον Παυσανία. Εξάλλου πανάρχαιες λαϊκές δοξασίες, που οι ρίζες τους χάνονται στην αχλύ της Προϊστορίας, έχουν συνδεθεί  ?ε  την  πίστη  ότι  οι  σπηλιές,  τα  βαθιά  φαράγγια  και  τα  χάσ?ατα, δηλαδή  τα  έγκατα  της  γης  ?έσα  στα  οποία εξαφανίζονταν  οι  λί?νες  και  τα ποτά?ια,  ήταν  οι  δρό?οι  που οδηγούσαν στον   Κάτω   Κόσ?ο.  Τη   διαδρο?ή   αυτή ακολουθούσαν  διαπλέοντας  οι  ψυχές  των νεκρών,  οι  οποίες  ήταν  ό?οιες  ?ε  σκιές (είδωλα  ή  φάσ?ατα  των  νεκρών).   Στην πίστη   αυτή   πρέπει   να   οφείλεται   και   η συσχέτιση του Αχέροντα και της Αχερουσίας ?ε  τους  νεκρούς,  όπως  και  η  τοποθέτηση της  λατρείας  και  του  Νεκρο?αντείου  σε  ?ια σπηλιά  του  βράχου  κοντά  στη  συ?βολή Κωκυτού  και  Αχέροντα,  στις  βορειοδυτικές όχθες   της   Αχερουσίας   λί?νης.   Η   αρχαία παράδοση   αναφέρει   πολλά   τέτοια   ιερά   και   νεκρο?αντεία.   Αλλά   το σπουδαιότερο  και  το  αρχαιότερο  βρισκόταν  στον  Αχέροντα  της  Θεσπρωτίας, κοντά  στη  Μυκηναϊκή  Εφύρα,  για  το  οποίο  κάνει  λόγο  η  Οδύσσεια  και  τη σπουδαιότητά του υπογρα??ίζει η διήγηση του Ηροδότου (5.92).
Εδώ  ήταν,  στη  συνάντηση  των  δύο  κόσ?ων,  που  ο  Οδυσσέας  προκάλεσε  τα πνεύ?ατα   των   νεκρών   ?ε   ?ια   ειδική   ιεροτελεστία,   και   ρώτησε   για   την επιστροφή του στην Ιθάκη (Οδυσ. κ. 488 κε.).
Στο τέλος της 10ης ραψωδίας (κ. 488 κε.) η Κίρκη συ?βουλεύει τον Οδυσσέα να πάει «εις Αίδαο δό?ους και επαινής Περσεφονείης» (στης Περσεφόνης της ανή?ερης  και  στου  Άδη  τα  παλάτια)  για  να  ρωτήσει  την  ψυχή  του  τυφλού ?άντη Τειρεσία πως θα γυρίσει στην πατρίδα, κρυφά ή φανερά. «Ο βοριάς θα φέρει το καράβι σε ένα ακρογιάλι, στην άκρη του ?κεανού, όπου  το πάναγνο άλσος  της  Περσεφόνης, ?ε  τις  πανύψηλες  λεύκες  και  τις  άκαρπες  ιτιές.  Στο ση?είο,  όπου  ο  Πυριφλεγέθων  και  ο  Κωκυτός,  που  πηγάζει  από  τη  Στύγα, σ?ίζουν  ?ε  τον  Αχέροντα  ?ε  πολύ  βουητό,  εκεί  στη  ?έση  είναι  ένας  βράχος (και ?ια σπηλιά), η είσοδος στον Άδη.
Στην  επό?ενη  ραψωδία  (λ, 1  κε.)  ο  Οδυσσέας  ?ε  τους  συντρόφους  του  βά- ζουν  πλώρη  για  το  ταξίδι.  Σαν  βασίλεψε  ο  ήλιος  φτάνουν  στο  ακρογιάλι  στην πολιτεία  των  Κι??ερίων,  όπου  ένα  κάστρο  (λ, 14  κε.).  Καθίζουν  το  καράβι στην ακρογιαλιά, βγάζουν έξω τα πρόβατα για τη θυσία και φτάνουν εκεί που τους  είχε  πει  η  Κίρκη,  διασχίζοντας  το  άλσος  ?ε  τις  άκαρπες  ιτιές  και  τις λεύκες.
Είναι  φανερή  η  στενή  σχέση  της  Ο?ηρικής  περιγραφής  για  τη  χώρα  των νεκρών  ?ε  την  περιοχή  του  Αχέροντα.  Η  ο?οιότητα  γίνεται ?εγαλύτερη,  αν  τη  λέξη  «Κι??ερίων»  του  Ο?ηρικού  στίχου  (κ, 14)  αντικατα- στήσου?ε ?ε τη λέξη Χει?ερίων (δηλ. οι κάτοικοι του Χει?ερίου), ?ία διόρθωση που  πρότεινε  ο  γρα??ατικός  του  3ου  αι.  π.Χ.  Πρωτέας  ο  Ζευγ?ατίτης  (Ετυ?. Μέγα 513, 49).
Την  ο?οιότητα  της  ο?ηρικής  περιγραφής  είχαν  παρατηρήσει  και  οι  αρχαίοι γεωγράφοι,  όπως  ο  Παυσανίας (1.17.5),  ο  οποίος  ση?ειώνει: «Μου  φαίνεται ότι  ο  Ό?ηρος  αυτούς  τους  τόπους  είχε  δει  και  τόλ?ησε  να  περιγράψει  στην ποίησή του τη χώρα του Άδη και να δώσει στα ποτά?ια εκείνα τα ονό?ατα των ποτα?ών της Θεσπρωτίας.
Ο  Ό?ηρος  φαίνεται  να  δείχνει  ιδιαίτερο  ενδιαφέρον  για  τη  χώρα  των  Θε- σπρωτών ?ε τους οποίους συνδέει τα δύο προϊστορικά και ονο?αστά ?αντεία, του  Πελασγικού  ?ία  της  ?ωδώνης,  άνακτα  του  επάνω  Κόσ?ου  και  του αδελφού του Ποσειδώνα - Άδη, άνακτα του Κάτω Κόσ?ου, στον Αχέροντα.
Η  νεότερη  γλωσσολογική  έρευνα  συσχετίζει  το  πρώτο  συνθετικό  του  εθνικού Θεσπρωτός, ?ε  τη  λ.  ιερός,  θείος,  που  απαντά  και  στα  ο?ηρικά  επίθετα  θέσ- κελος, θεσ-πέσιος, θέσ-φατος και ση?αίνει τον προικισ?ένο ?ε ?αγική δύνα?η να ερ?ηνεύει τη θεία βούληση, τον προφήτη.
Η  αρχαιότερη  και  η  πιο  συγκλονιστική  περιγραφή  της  καθόδου  θνητού  στον Κάτω  Κόσ?ο  διασώζεται  στη  Νέκυια  της  Οδύσσειας  (λ, 1  κε.). «Ο  Οδυσσέας και οι σύντροφοί του φτάνουν στη συ?βολή των δύο ποτα?ών, στο βράχο που τους  είχε  υποδείξει  η  Κίρκη.  Ο  Οδυσσέας  ?ε  το  κοφτερό  σπαθί  του  ανοίγει λάκκο  ως  έναν  πήχη  και  προσφέρει  χοές  για  όλους  τους  νεκρούς  και υπόσχεται,  όταν  επιστρέψει  στην  Ιθάκη  να  θυσιάσει  στους  νεκρούς  την  πιο ?εγάλη στέρφα αγελάδα και χωριστά στο ?άντη Τειρεσία, ένα ?αύρο κριάρι. Τότε σ?ήνη από ψυχές, ό?οιες ?ε σκιές ορ?ούν για να πιουν από τις χοές και το αί?α των ζώων. Ο Οδυσσέας ό?ως τις απο?ακρύνει ?ε το σπαθί του για να πιει πρώτη η ψυχή του ?άντη Τειρεσία, που θα του φανερώσει τα ?ελλού?ενα. Οι  ψυχές  ήταν  ό?οιες  ?ε  σκιές,  είδωλα  κα?όντων  (φάσ?ατα  νεκρών). Ελευθερω?ένες   οι   ψυχές   από   το   φθαρτό,    γήινο   περίβλη?α   είχαν υπεράνθρωπες ιδιότητες και ?πορούσαν να προΐδουν το ?έλλον. Τους έλειπε ό?ως  η  συνείδηση,  επειδή  δεν  είχαν  ούτε  αί?α,  το  στοιχείο  της  ζωής,  ούτε σάρκα   και   ήταν   συχνά   εκδικητικές,   ιδίως   οι   ψυχές   των   νέων   και   των «βιαιοθανάτων»,  αυτών  που  έφυγαν  πρόωρα  και  βίαια  από  τον  κόσ?ο  αυτόν και στερήθηκαν τη χαρά της ζωής. Η επαφή των θνητών ?ε τους νεκρούς δεν ήταν  ακίνδυνη.  Για  τους  λόγους  αυτούς  οι  χρηστηριαζό?ενοι  έπρεπε  να προετοι?αστούν  ψυχικά  και  σω?ατικά,  να  υποβληθούν  σε  καθιερω?ένη δίαιτα, σε λουτρά και προσευχές και να εξευ?ενίσουν τις ψυχές των νεκρών ?ε προσφορές  (χοές), ?έλι  και  γάλα,  νερό  και  κρασί  και  ιδίως  ?ε  αί?α  από  τα θυσιαζό?ενα  ζώα.  Πίνοντας  από  τις  χοές  οι  ψυχές  αποκτούσαν  συνείδηση, εξευ?ενίζονταν  και  ?πορούσαν  να  αποκαλύψουν  το  ?έλλον.  Αλλά  και  αυτοί που  είχαν  έρθει  σε  επαφή  ?ε  τους  νεκρούς  κινδύνευαν  από  το  ?ίασ?α  του θανάτου. Όταν πλησιάζουν τους νεκρούς σιωπούν για να ?η χάσουν τη φωνή τους  και  φεύγοντας  υποβάλλονται  σε  καθαρ?ό,  όπως  η  Άλκηστη  στην ο?ώνυ?η   τραγωδία   του   Ευριπίδη   που   χρειάζεται   τριή?ερο   καθαρ?ό (αφαγνισ?ό)  για  να  καθαρθεί  από  το ?όλυσ?α  του  θανάτου  και  να  αποκτήσει συνείδηση.  Στην  Οδύσσεια  (χ  481  κε.)  ο  Οδυσσέας  καίει  θειάφι  για  να καθαρίσει  το  παλάτι  από  το  ?ίασ?α  του  θανάτου  ύστερα  από  το  φόνο  των ?νηστήρων.
Οι ανασκαφές του ?άκαρη επιβεβαιώνοντας τη ?αρτυρία του Ο?ήρου έδειξαν ότι  υπήρχε  στη  θέση  αυτή  ένα  ιερό  από  τη  Μυκηναϊκή  εποχή (14ος-13ος  αι. π.Χ.).  Σύ?φωνα  ?ε  όλες  τις  ενδείξεις  η  λατρεία  των  θεών  του  Κάτω  Κόσ?ου συνεχίστηκε  τουλάχιστον  ως  τα  αρχαϊκά  χρόνια.  Τη  λειτουργία  του  Ιερού στους  χρόνους  αυτούς  ?αρτυρεί  και  η  διήγηση  του  Ηροδότου  (5.92). Σύ?φωνα  ?ε  τον  ιστορικό  ο  Περίανδρος,  ο  τύραννος  της  Κορίνθου  στο  τέλος του 7ου αι. π.Χ., έστειλε στο νεκρο?αντείο της Εφύρας απεσταλ?ένους για να ρωτήσουν την ψυχή της γυναίκας του Μέλισσας σε ποιο ?έρος είχε κρύψει το θησαυρό  ενός  φιλοξενου?ένου.  Η  ψυχή  της  Μέλισσας  ε?φανίστηκε  στους απεσταλ?ένους,  αλλά  αρνήθηκε  να  το  φανερώσει,  επειδή  ήταν  γυ?νή  και κρύωνε. Ο Περίανδρος δεν είχε κάψει ?αζί ?ε το κορ?ί της τα φορέ?ατα και τα στολίδια της νεκρής, όπως ήταν η συνήθεια. Τότε ο Περίανδρος σκηνοθέτησε ?ία  γιορτή  στο  Ηραίο,  έξω  από  την  Κόρινθο,  στην  οποία  κάλεσε  όλες  τις γυναίκες  της  Κορίνθου.  Ύστερα,  διέταξε  τους  δορυφόρους  του  να  τις ξεγυ?νώσουν  όλες  ανεξαιρέτως  από  τα  φορέ?ατα  και  τα  στολίδια  τους  και, αφού  τα  έκαψε  ?έσα  σε  ένα  όρυγ?α  του  τάφου  της  γυναίκας  του,  η  σκιά  της Μέλισσας  ε?φανίστηκε  και  πάλι  στους  απεσταλ?ένους  και  υπόδειξε  τη  θέση του θησαυρού.
Επί πλέον τη συνέχιση της λατρείας στο ιερό του Άδη κατά τους αρχαϊκούς και τους  κλασικούς  χρόνους  βεβαιώνουν  τα  πολυάριθ?α  ειδώλια  του  7ου-5ου  αι. π.Χ.  που  εικονίζουν  την  Περσεφόνη  ?ε  «πόλο».  Τα  ειδώλια  βρέθηκαν  σε ?ικρή απόσταση νοτιοδυτικά από το Ιερό και προέρχονται ή από αρχαϊκό Ιερό της θεάς που θα υπήρχε στη θέση αυτή και έπαυσε να λειτουργεί ύστερα από την  ίδρυση  του  ?εγάλου  Ιερού  του  Άδη  στην    κορυφή  του  λόφου  ή  από αποθέτη των αναθη?άτων από το παλαιότερο Ιερό, στην κορυφή του λόφου. Μέχρι  τις  αρχές  του  4ου  αι.   π.Χ.   το  επίση?ο  λατρευτικό  κέντρο  των Θεσπρωτών ήταν η ?ωδώνη. Με την κατάληψη ό?ως του Ιερού και Μαντείου της ?ωδώνης από τους Μολοσσούς, το θρησκευτικό κέντρο των Θεσπρωτών ?εταφέρθηκε  στο  Νεκυο?αντείο  του  Αχέροντα,   όπως  αποδεικνύουν  τα νο?ίσ?ατα  του 4ου  αι.  π.Χ.  των  Ελεατών  και  των  Θεσπρωτών ?ε  τα  σύ?βολα της  Περσεφόνης  και  του  Άδη.  Σε  άλλες  κοπές  εικονίζονται  η  Περσεφόνη  ?ε στεφάνι  από  στάχυα  ως  χορηγός  της  ζωής  και  ο  Κέρβερος,  ο  άγρυπνος φρουρός στην είσοδο του Άδη. Στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. κτίστηκε το ?νη?ειακό οικοδό?η?α που αποκάλυψαν οι ανασκαφές, το οποίο είναι και το πρώτο Ιερό και  ?αντείο  των  θεών  του  Κάτω  Κόσ?ου  που έγινε  γνωστό.  Τα  πολυάριθ?α  ευρή?ατα  των ελληνιστικών   χρόνων   που   ήρθαν   στο   φως
?αρτυρούν  για  τη  ?εγάλη  φή?η  του  και  τις συχνές  επισκέψεις  των  χρηστηριαζο?ένων  την εποχή αυτή.
Το  οικοδό?η?α  ?οιάζει  ?ε  ένα  ?εγαλοπρεπές  ταφικό  ?νη?είο.   Η  όλη κατασκευή του υπέβαλλε τη ζοφερή ιδέα του Κάτω Κόσ?ου, κανένα κόσ?η?α στην πυρα?ιδωτή στέγη, παράθυρο ή αρχιτεκτονικός διάκοσ?ος δεν φαίδρυνε τη σκυθρωπή εικόνα του ιερού του Άδη.
Το  ?νη?είο  αποτελείται  από  δύο  τ?ή?ατα  ένα  υπόγειο  και  ένα  υπέργειο.  Η υπόγεια  αίθουσα  πιθανότατα  βρίσκεται  στη  θέση  της  αρχικής  σπηλιάς ?ε  την προϊστορική  λατρεία.  Είναι  λαξευ?ένη  στο  βράχο  και  η  οροφή  της  στηρίζεται ?ε δεκαπέντε πώρινα τόξα ?ε πολύ φροντίδα δουλε?ένα, τα οποία αποτελούν και  το  δάπεδο  της  υπέργειας  αίθουσας.  Η  κρύπτη  αυτή  ταυτίστηκε  ?ε  το σκοτεινό ανάκτορο του Άδη και της Περσεφόνης.
Πάνω  από  την  υπόγεια  κρύπτη,   βρίσκεται  ?ια υπέργεια  ορθογώνια  αίθουσα,  η  οποία   ?αζί  ?ε  δυο πλάγια  κλίτη  (Ι,  Κ,  Λ,  Μ)  σχη?ατίζει  ένα  τετράγωνο κτίριο.  Το  υπέργειο  τετράγωνο  κτίριο  και  οι  τρεις συνεχό?ενοι  διάδρο?οι  ?ε  τα  δω?άτια,  αποτέλεσαν τον  αρχικό  πυρήνα  του  ?νη?είου,  του  τέλους  του 4ου  αι.  π.Χ.  Στα  τέλη  του  3ου  αι.  π.Χ.,  στα  δυτικά του  αρχικού  ιερού,  προστέθηκε  ένα  συγκρότη?α  ?ε δω?άτια  και  αποθήκες  γύρω  από  ?ια  κεντρική  αυλή (Η).  Στην  οικοδο?ική  αυτή  φάση  του  κτιρίου  η είσοδος  στο  ιερό  γινόταν  από  τη  βόρεια  πλευρά, ?έσω  της  αυλής.  Οι  χώροι  γύρω  από  την  αυλή χρησί?ευαν  για  τη  δια?ονή  των  ιερέων  και  των επισκεπτών πριν ?πουν στο Ιερό του Άδη. Από εκεί ο  προσκυνητής  περνούσε  το  βόρειο  διάδρο?ο  του Ιερού.  Αριστερά  υπήρχαν  δυο  δω?άτια  και  ένας  λουτρώνας που  χρησί?ευαν  για  την  εγκοί?ηση  των  προσκυνητών.  Εκεί,  στο  αδιαπέραστο  σκοτάδι,  ο  προσκυνητής  υποβαλλόταν  σε σω?ατική  και  ψυχική  προετοι?ασία  ?ε  ειδική  δίαιτα  και πράξεις εξαγνισ?ού και ?αγείας και έκανε λουτρά για να ?είνει αλώβητος  από  την  επαφή  που  επρόκειτο  να  έχει  ?ε  τα φάσ?ατα    των    νεκρών.    Πριν    περάσει    στον    ανατολικό διάδρο?ο,  έκανε  διάφορες  συ?βολικές  αποτροπαϊκές  χειρονο?ίες  και  πράξεις καθαρ?ού  (έριχνε  πέτρες  πίσω  του  και  έπλενε  τα  χέρια  του  σε  ένα  πιθάρι). Ύστερα  έ?παινε  στο  βόρειο  δω?άτιο  του  ανατολικού  διαδρό?ου,  όπου υποβαλλόταν  στο  τελικό  στάδιο  της  δοκι?ασίας, ?ε ?αγικές πράξεις συχνότερες και αυστηρότερη δίαιτα. Κατόπιν   εισερχόταν   στον   ανατολικό   διάδρο?ο, όπου, ?αζί  ?ε  τον  ιερέα-οδηγό,  θυσίαζε  και  έκανε χοές,  όπως  ?αρτυρούν  τα  λείψανα  ανθράκων  και κα?ένα  κόκαλα  ζώων.  Ύστερα  περνούσε  σε  έναν διάδρο?ο   ?αιανδρικό,    που   του   υπέβαλε   την εντύπωση  της  περιπλάνησης  στους  σκοτεινούς  και σκολιούς  δρό?ους  του  Άδη.  Εκεί  πρόσφερε  άλφιτα  (κριθάλευρο),  όπως φανερώνουν οι λεκανίδες και τα κατάλοιπα που βρέθηκαν. Την εντύπωση του Κάτω  Κόσ?ου  επέτεινε  στον  προσκυνητή  το  γεγονός  ότι  ο  λαβύρινθος  είχε τρεις  τοξωτές  πύλες,  σιδερόφρακτες,  όσες  και  οι  πύλες  του  Άδη,  από  τις οποίες  οι  δυο  σώζονται  σε  πολύ  καλή  κατάσταση.  Περνώντας  την  τελευταία πύλη,  έφθανε  στην  κεντρική  αίθουσα,  όπου  έριχνε  ένα  ακό?η  αποτρόπαιο λιθάρι και έχυνε στο λίθινο δάπεδο χοές για τους θεούς του Κάτω Κόσ?ου, τον Άδη  και  την  Περσεφόνη,  που  κατοικούσαν  ακριβώς  από  κάτω,  στην  υπόγεια κρύπτη.  Η  κεντρική  αίθουσα  αποτελούσε  και  το  τέρ?α  της  πορείας,  εφόσον εκεί  θα  ε?φανίζονταν  τα  είδωλα  των  νεκρών  για  να  επικοινωνήσουν  ?ε  τους χρηστηριαζό?ενους.    Η    κοινή    πίστη    στην    ε?φάνιση    των    νεκρών δη?ιουργούσαν  στον  προσκυνητή  την  κατάλληλη  ψυχική  προδιάθεση,  στην οποία  συνέτεινε  και  η  σω?ατική  και  ψυχική  δοκι?ασία  κατά  την  πολυή?ερη παρα?ονή στα σκοτεινά δω?άτια του Νεκρο?αντείου, ?ε την ειδική δίαιτα, την απο?όνωση,  τις  ?αγικές  πράξεις,  τις  προσευχές  και  τις  ακατάληπτες  πολλές φορές επικλήσεις των ιερέων, καθώς και την περιπλάνηση των προσκυνητών στους σκοτεινούς διαδρό?ους.
Kατά τη διάρκεια των ανασκαφών βρέθηκαν ?έσα σε ?εγάλους πίθους σωροί από  απανθρακω?ένους  καρπούς  δη?ητριακών,  όπως  σιτάρι  και  κριθάρι, καθώς και όσπρια που έχουν τοξικές ιδιότητες, όταν τρώγονται χλωρά, όπως κουκιά,  λαθούρια  κ.ά.,  τα  οποία,  εκτός  των  άλλων,  προκαλούν  και  ά?βλυνση των  αισθήσεων,  ?έχρι  ζάλη,  παραισθήσεις  και  άλλα  αλλεργικά  σύνδρο?α (κυα?ίασις,  λαθυρισ?ός).  Έτσι  ?ε  τη  χαλάρωση  των  αισθήσεων,  που  έφτανε στο  βαθ?ό  της  ακαταληψίας,  δη?ιουργούνταν  οι  αναγκαίες  προϋποθέσεις  για την επικοινωνία ?ε τις ψυχές των νεκρών. Αλλά, επειδή οι ελληνιστικοί χρόνοι ήταν  περίοδος  ορθολογισ?ού  και  επιστή?ης  και  η  πίστη  στο  ?ύθο  και  τη θρησκεία είχαν κλονιστεί, υπήρχαν πολλοί που θα δυσπιστούσαν στην ε?φά- νιση  των  ειδώλων.  Γι?  αυτό,  όπως  απέδειξαν  οι  ανασκαφές,  από  το  ιερατείο ελήφθησαν  όλα  τα  αναγκαία  ?έτρα  για  την  ε?φάνιση  των  φασ?άτων.  Στην ανασκαφή  της  κεντρικής  αίθουσας  των  ειδώλων  βρέθηκαν,  ?ία  ?άζα  από σιδερένιους  τροχούς  άρ?ατος,  ένας  χάλκινος  λέβητας  και  γύρω  σκορπισ?ένα σιδερένια  και  χάλκινα  εξαρτή?ατα  που  ανήκαν  πιθανότατα  σ?  ένα  είδος γερανού,  που  προοριζόταν  για  την  κάθοδο  των  ειδώλων  από  την  οροφή.  ?ς αντίβαρο    χρησι?οποιήθηκαν    σιδερένιες    πλίνθοι    που βρέθηκαν  σε  γειτονικό  δω?άτιο.  Για  το  σκοπό  αυτό  οι εξωτερικοί  τοίχοι  του  κεντρικού  κτιρίου  ?ε  το  ?εγάλο πάχος (3,30?.) θα έκρυβαν στην ανωδο?ία τους κρυφούς διαδρό?ους,     στους    οποίους    θα    ?πορούσαν    να κυκλοφορούν αόρατοι οι ιερείς. Από τη θέση αυτή, ή από την  οροφή, ?ε  τη  βοήθεια  του  γερανού,  ε?φανίζονταν  τα σκηνοθετη?ένα  είδωλα  των  νεκρών  ?έσα  στο  χάλκινο λέβητα και συνο?ιλούσαν ?ε τους χρηστηριαζό?ενους.  Παρό?οια  θα  ήταν  και  η  ?ηχανή  ?ε  την  οποία  ε?φανίζονταν  στη  σκηνή  του αρχαίου  ελληνικού  θεάτρου  ο  από  ?ηχανής  θεός,  τον  οποίο  αναφέρει  ο Λουκιανός,  τον  2ο  αι. ?.Χ. .  Ο  ίδιος  συγγραφέας,  περιπαίζοντας  την  αφελή πίστη  των  ανθρώπων  στη  νεκρο?αντεία,  περιγράφει ?ε  σκωπτική  διάθεση  τη σω?ατική  και  ψυχική  δοκι?ασία  στην  οποία  υποβάλλονταν  ο  χρηστηριαζό?ενος  πριν  επικοινωνήσει  ?ε  τους  νεκρούς.  Από  τους  νεκρικούς  διαλόγους του,  είναι  φανερό  ότι  έχει  υπόψη  του  τα  τελού?ενα  στο  νεκρο?αντείο  της Αχερουσίας, τα οποία επιβεβαίωσε η σκαπάνη του καθηγητή ?άκαρη.
Τα ανασκαφικά δεδο?ένα επιβεβαιώνουν οι φιλολογικές ?αρτυρίες και κυρίως ο Κλή?ης ο Αλεξανδρεύς, ο οποίος στο έργο του Προτρεπτικός προς Έλληνας 2.11.1,  θεωρεί  τον  Θεσπρωτικό  λέβητα  «λέβητα  Θεσπρώτιον»  ως  ?έσο ε?φάνισης   των   φασ?άτων   στον   Αχέροντα.   «Άδυτα   τοίνυν   άθεα   ?η πολυπραγ?ονείτε  ?ηδέ  βαράθρων  στό?ατα  τερατείας  έ?πλεα  ή  λέβητα Θεσπρώτιο  ή  τρίποδα  Κιρραίον  ή  ?ωδωναίον  Χαλκείον.  Ανάλογη  ?νεία  του θεσπρωτικού   λέβητα   κάνει   και   ο   Ευσέβιος   (Ευαγγελική   Προπαρασκευή 2.3.1.).  Η  ?αρτυρία  αυτή,  συνδυαζό?ενη  ?ε  το  λέβητα  που  βρέθηκε  στην κεντρική   αίθουσα,   αποτελεί   ισχυρό   επιχείρη?α   για   την   ταύτιση   του Ελληνιστικού Ιερού που έφερε στο φως η ανασκαφή του Καθηγητή ?άκαρη ?ε το Νεκυο?αντείο του Αχέροντα, το γνωστό από την αρχαία παράδοση και για τον τρόπο ε?φάνισης των ειδώλων.
?στόσο  το  1982  ο  D.  Baatz    υποστήριξε  ότι  η  παρουσία  τόσων  τροχών καταπελτών  αποδείχνει  ότι  το  κεντρικό  οικοδό?η?α ?ε  τους  ισχυρούς  τοίχους είναι  οχυρω?ατικός  πύργος  αγροκτή?ατος,  που  απαντά  στην  Αττική  και αλλού.
Ο ανασκαφέας ό?ως είχε αντιπροτείνει ότι τα ?εταλλικά αυτά εξαρτή?ατα ήταν τ?ή?ατα  γερανών  που  θα  χρησί?ευαν  για  να  ε?φανιστούν  οι  σκιές  των νεκρών.  Πρόσφατα  οι E. Fouache  και Fr. Quantin  σε  ?ία  νέα  συνδυαστική ερ?ηνευτική    απόπειρα    κάνουν    λόγο    για    οχυρω?ένη    αγροικία    των ελληνιστικών χρόνων: και σε αυτούς αντιπροτείνου?ε την αρχαία Γρα??ατεία, τα αρχαιολογικά δεδο?ένα και την αρχιτεκτονική ?ορφή του Ιερού.
Το ελληνιστικό ιερό πυρπολήθηκε από τους Ρω?αίους το 167 π.Χ. και έκτοτε δεν λειτούργησε για ?εγάλο χρονικό διάστη?α. Η φή?η του ό?ως διατηρήθηκε πολλούς  αιώνες  ?ετά  την  καταστροφή,  όπως  πληροφορούν  ο  Παυσανίας (1.17.5, 9.30.6)  ο  Πλούταρχος  (Θησεύς 31.4)  και  ο  Λουκιανός  (Μένιππος  ή Νεκυο?αντεία 9.10.15).

Βιβλιογραφία

Περιηγητές
·    W. M. Leake, Travels in northern Greece IV (1835) 51 κε.
·    H. Treidler, Epirus im Altertum (1917) 112 κε.

Ανασκαφικές εκθέσεις
·    Σ.  Ι.  ?άκαρης,  Πρακτικά  Αρχαιολογικής  Εταιρείας  (ΠΑΕ) (1958) 107-113,  (1960)  114-127,  (1961)  108-119,  (1963)  89-92,  (1964)  44-53, (1975) 146-149,  (1976) 146-152, (1977Α΄) 140-141, (1990) 165-167, (1991) 178-181.
·    Σ. Ι. ?άκαρης, Έργον (1958) 95-103, (1960) 102-110, (1961) 118-125, (1963) 57-64, (1964) 51-64, (1975) 82-88, (1976) 80-88, (1977) 68-70, (1990) 73-77, (1991) 58-62.

Ανασκαφικές εκθέσεις για την Εφύρα
·    Θ.  Παπαδόπουλος,  Πρακτικά  της  Αρχαιολογικής  Εταιρείας  (ΠΑΕ) (1978) 107, (1979) 119-120, (1980) 33, (1981) 78, (1982) 9-90, (1983)
1-82, (1984) 122-124, (1986) 101-102, (1987) 125.
·    Θ. Παπαδόπουλος,  Έργον (1978) 35-36, (1979), 16 (1980) 18, (1981) 33-34, (1982) 30, (1983) 43-45, (1984) 45-46, (1986) 83-84, (1987) 70-71.


Γενική βιβλιογραφία
·    P. R. Franke, Die antiken Mόnzen von Epirus (1961).
·    E. Lepore, Ricerche sull?antico Epiro (1962).
·    S. I. Dakaris, The Dark Palace of Ades, Archaeology 15 (1962) 85-93.
·    S. I. Dakaris, Das Taubenorakel von Dodona und das Totenorakel bei  Ephyra, Antike Kunst 6 (1963) 51-54.
·    N.G.L. Hammond, Epirus (1967) 313 κε., 369, 427 κε.
·    S. I. Dakaris, Mesopotamo, EAA, Suppl. (1970) 474-477.
·    Σ.  ?άκαρης,  Θεσπρωτία,  Αρχαίες  Ελληνικές  Πόλεις, 15 (1972) 179-181.
·    Σ.  Ι.  ?άκαρης,  Αρχαιότητες  Ηπείρου,  Το  Νεκρο?αντείο  του  Αχέροντα, Εφύρα-Πανδοσία-Κασσώπη (1972).
·    Ν.?. Παπαχατζής, Ποσειδών Ταινάριος, ΑΕ (1976) 102-125.
·    Χρ.  Τζουβάρα-Σούλη,  Η  λατρεία  των  γυναικείων  θεοτήτων  εις  την αρχαίαν Ήπειρον (1979) 99-110.
·    Α?. Βλαχοπούλου-Οικονό?ου, Έντυπες σφραγίδες σε λαβές α?φορέων από το Νεκρο?αντείο του Αχέροντα και τη ?ωδώνη, ?ωδώνη 8 (1979) 279-298.
·    Ph. Vandenberg, Das Geheimnis der Orakel (1979).
·    Τ. F. Van Straten, Twee  orakels in Epirus. Het orakel van Zeus in  Dodona en het nekyomanteion aan de Acheron,  Lampas 15 (1982)  195-230.  
·    D. Baatz, Hellenistische Katapulte aus Ephyra (Epirus),  AM 97 (1982) 211-233.
·    Χρ. Σούλη - Α?. Οικονό?ου, Βιβλιογραφία για την Ήπειρο (1981-1982), Προϊστορική  και  Κλασική  Αρχαιολογία,  Ηπειρωτικά  Χρονικά 25 (1983)   305-306.
·    Χρ.  Τζουβάρα-Σούλη,  Αγνύθες  από  το  Νεκυο?αντείο  του  Αχέροντα, ?ωδώνη 12 (1983) 9-43.
·    Σ. ?άκαρης, Οδύσσεια και Ήπειρος, Πρακτικά του ?΄ Συνεδρίου για την Οδύσσεια, 9-15 Σεπτε?βρίου 1984 (1986) 141-170.
·    Κ.  Γραβάνη,  Κερα?εική  των  Ελληνιστικών  χρόνων  από  την  Ήπειρο, Ηπειρωτικά Χρονικά 29 (1988/89) 105-112.
·    Σ. ?άκαρης, Το Νεκυο?αντείο του Αχέροντα (1993).
·    D. Baatz, Bauten und Katapulten des rφmischen Heeres (1994).
·    Χρ.  Τζουβάρα-Σούλη,  Τοπογραφικές  παρατηρήσεις  ως  προς  τα  Ιερά της  Αρχαίας  Ηπείρου,  Αφιέρω?α  στον N.G.L. Hammond,  Παράρτη?α «Μακεδονικών», Αρ. 7 (1997) 429-447.
·    Ήπειρος 4000 Χρόνια Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισ?ού (1997).
·    D.  Baatz,  Wehrhaftes  Wohnen. Ein befestigter hellenistischer Adelsitz  bei Ephyra (Nordgriechenland), Antike Welt 30: 2 (1999) 151-155.
·    E. Fouache, Fr. Quantin, L?entrιe  des enfers de Thesprτtie: du mythe  ΰ la recherche d?une rationalitι  gιomorphologique  et historique,  στο: La nature et ses reprιsentations dans l?Antiquitι,  Colloque de l? E. N. S. Fontenay - Saint ? Cloud, 24-25 Octobre 1996 (1999) 29-62.
·    D. Ogden, Greek and Roman Necromancy (2001).  

Χρυσηίς Τζουβάρα-Σούλη

Γυμνάσιο Κανναλακίου Πρέβεζας.